Συχνές Ερωτήσεις

Συχνές Ερωτήσεις

Τα παιδιά, όχι μόνο μπορούν, αλλά επιβάλλεται να προστατεύουν τα μάτια τους από τις βλαβερές ακτινοβολίες του ήλιου. Έτσι, είναι πολύ σημαντικό να φορούν γυαλιά ηλίου, αλλά και καπέλο και αντηλιακό τις ώρες που εκτίθενται στο ηλιακό φως.

Θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην επιλογή του γυαλιού, καθώς οι φακοί του θα πρέπει να είναι καλής ποιότητας με 100% απορρόφηση της υπεριώδους ακτινοβολίας.

Να έχουμε επίσης στο νου μας, ότι στην ηλιόλουστη χώρα που ζούμε, θα πρέπει να προστατευόμαστε από τον ήλιο και τους χειμερινούς μήνες.

Οι φακοί επαφής προσφέρουν ευελιξία και απελευθέρωση από τα γυαλιά οράσεως σε αυτούς που τα έχουν ανάγκη. Η χρήση τους, όμως, συνοδεύεται από μια σειρά κανόνων υγιεινής, που θα πρέπει να τηρούνται με ευλάβεια προκειμένου να είμαστε ασφαλείς και να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε προβλήματα όπως σοβαρότατες μολύνσεις, που μπορεί να οδηγήσουν μέχρι και σε απώλεια όρασης.

Ένας από τους βασικούς αυτούς κανόνες είναι και το ότι δεν πρέπει να έρθουν τα μάτια μας σε επαφή με το νερό, είτε θαλασσινό, είτε της βρύσης. Έτσι, δυστυχώς, για τους χρήστες φακών επαφής, θα πρέπει να αποφεύγεται αυστηρά η κολύμβηση με φακούς επαφής, και δικαιολογίες του τύπου «δεν βουτάω το κεφάλι μου» ή «δεν ανοίγω τα μάτια μου στο νερό» δυστυχώς δεν μπορούν να μας προσφέρουν την ασφάλεια που χρειαζόμαστε.

Αστιγματισμός είναι εκείνο το διαθλαστικό σφάλμα κατά το οποίο ο κερατοειδής (δηλαδή το μπροστινό «τζαμάκι» του ματιού) έχει σχήμα περισσότερο οβάλ, αντί για σφαιρικό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η εικόνα να εστιάζεται σε δυο σημεία αντί για ένα και η όρασή μας να γίνεται θολή. Οι ενοχλήσεις γίνονται πιο έντονες το βράδυ σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. (πχ νυχτερινή οδήγηση)

Ο αστιγματισμός συνήθως δεν έχει μεγάλες μεταβολές κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Αν αυτό συμβαίνει, θα πρέπει να διερευνηθεί η ύπαρξη κάποιας άλλης, σοβαρότερης παθολογίας.

Το μάτι μας, όπως και μια φωτογραφική μηχανή, στο εσωτερικό του περιέχει έναν φακό, ο οποίος βοηθά στη σωστή εστίαση της εικόνας. Η θόλωση του φακού αυτού (συνήθως λόγω της ηλικίας) ονομάζεται καταρράκτης.

Έτσι, λοιπόν, ο καταρράκτης δεν είναι το μάτι που δακρύζει, όπως συχνά γίνεται η παρανόηση. Αντίθετα, παίρνει το όνομά του από την εικόνα που εμφανίζει ο θολωμένος φακός σε προχωρημένες καταστάσεις, που μοιάζει σαν τον λευκωπό αφρό των νερών ενός καταρράκτη.

Τα συμπτώματα που εμφανίζονται είναι σταδιακή θόλωση της όρασης, ξεθώριασμα των χρωμάτων και μείωση της αντίθεσης.

Η θεραπεία του είναι αποκλειστικά χειρουργική, και αποτελείται από αντικατάσταση του θολωμένου φακού με έναν τεχνητό.

Έχει επικρατήσει ευρέως στην κοινή γνώμη ότι ο καταρράκτης χειρουργείται με τεχνολογία laser, κάτι όμως που στην πραγματικότητα δεν είναι αληθές. Για την παρανόηση αυτή, βεβαίως, ευθύνονται κυρίως κάποιοι οφθαλμίατροι, που χρησιμοποίησαν τη λέξη laser για να εντυπωσιάσουν και να πείσουν τους ασθενείς τους ότι η μέθοδος που χρησιμοποιούν είναι απλή και σύγχρονη, και για να τη διαχωρίσουν από την παλαιότερη που απαιτούσε πολύ μεγάλες τομές και εκτεταμένη χρήση ραμμάτων.

Η μέθοδος που ήθελαν να περιγράψουν είναι φυσικά αυτή της φακοθρυψίας, που είναι η πιο σύγχρονη χειρουργική μέθοδος για τον καταρράκτη, και σήμερα χρησιμοποιείται σχεδόν καθολικά. Οι τομές που γίνονται είναι εξαιρετικά μικρές (της τάξης των 2 χιλιοστών) και για το κλείσιμό τους δεν χρειάζονται πλέον ράμματα. Η μέθοδος αυτή, χρησιμοποιεί στην πραγματικότητα υπέρηχο και όχι laser όπως έχει επικρατήσει στο μυαλό των ασθενών. Με τον υπέρηχο κατακερματίζεται και αναρροφάται ο θολωμένος φακός του ματιού, και κατόπιν τοποθετείται ένας τεχνητός, διαυγής ενδοφακός.

Τα τελευταία χρόνια, η τεχνολογία laser έχει χρησιμοποιηθεί σε ορισμένα συγκεκριμένα βήματα στο χειρουργείο του καταρράκτη (femtosecond assisted cataract surgery), χωρίς, όμως, να αντικαθιστά τον υπέρηχο, και χωρίς να προσφέρει δραματική βελτίωση στο αποτέλεσμα ή ιδιαίτερα οφέλη τόσο στον ασθενή όσο και στον χειρουργό.

Στο ιατρείο μας παρέχουμε, φυσικά, την πιο σύγχρονη μέθοδο χειρουργικής του καταρράκτη, δηλαδή τη μέθοδο της φακοθρυψίας.

Η υπερμετρωπία είναι ένα διαθλαστικό σφάλμα κατά το οποίο ο οφθαλμός δεν μπορεί να εστιάσει σωστά την εικόνα επειδή το σύστημα των φακών του είναι αδύναμο σε σχέση με το μέγεθός του.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η εικόνα να εστιάζεται πίσω και όχι πάνω στον αμφιβληστροειδή, όπως θα έπρεπε.

Σε μικρές ηλικίες, ο οφθαλμός μπορεί να αντιρροπεί ένα ποσό της υπερμετρωπίας, αλλά η δυνατότητα αυτή χάνεται με την πάροδο των ετών, οδηγώντας σε συμπτώματα κοπιωπίας, όπως ο πονοκέφαλος και η απώλεια της εστίασης.

Υψηλοί βαθμοί υπερμετρωπίας μπορεί να οδηγήσουν σε στραβισμό ή αμβλυωπία (τεμπέλικο μάτι)

Συμπτώματα όπως αράχνες και μαύρα στίγματα που κολυμπούν στο οπτικό μας πεδίο, οφείλονται σε αλλοιώσεις στο οπίσθιο τμήμα του οφθαλμού. Μπορεί να είναι τελείως αθώα και ακίνδυνα, όπως λόγω πυκνώσεων  του υαλοειδούς, ή εξαιρετικά επικίνδυνα, μιας και μπορεί να είναι τα αρχικά συμπτώματα μιας αποκόλλησης του αμφιβληστροειδή. Καινούργια, τέτοια συμπτώματα θα πρέπει άμεσα να ελέγχονται με βυθοσκόπηση, ειδικά αν είναι έντονα και εκτεταμένα, ή αν συνοδεύονται από λάμψεις και απώλεια οπτικού πεδίου σαν μαύρη κουρτίνα.

Βυθοσκόπηση είναι η εξέταση που πρέπει να γίνει για να ελέγξουμε το πίσω μέρος του οφθαλμού, δηλαδή το βυθό.

Οι παθήσεις που προκαλούν αλλοιώσεις στο βυθό του οφθαλμού είναι διάφορες, με σημαντικότερες την αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, τη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, την ηλικιακή εκφύλιση ωχράς κηλίδας και άλλες.

Για να γίνει η εξέταση, πρέπει να γίνει ενστάλαξη σταγόνων που διαστέλλουν την κόρη του οφθαλμού, ώστε να είναι δυνατή η επισκόπηση του βυθού. Οι σταγόνες αυτές έχουν ως παράπλευρη συνέπεια την παροδική θόλωση της κοντινής όρασης και την ενόχληση από το φως. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει ο ασθενής να αποφύγει την οδήγηση για λίγες ώρες μετά την εξέταση.